Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Άφησε μας μόνους, είπε με την αυστηρή μα συνάμα ζεστή φωνή της. Ήταν φανερό ότι ήθελε να μιλήσουμε για κάτι σοβαρό, κάτι που δεν έπρεπε να φτάσει στα αυτιά των υπολοίπων. Οι άλλοι έγνεψαν κι έφυγαν σιγοψιθυρίζοντας. Την κοίταζα προσπαθώντας να διακρίνω κάποια ατέλεια, κάποιο κουσούρι πάνω της. Μα δεν τα κατάφερα... Θεέ μου, δεν τα κατάφερα να την μισήσω όσο και αν μπόρεσα. Ήταν φαίνεται γραπτό μου να γίνω έρμαιο των συναισθημάτων μου (και των δικών της). Αυτή φαινόταν αμήχανη μα το έκρυβε ή τέλος πάντων προσπαθούσε να το κρύψει κάτω από ένα σφιγμένο χαμόγελο. Κι εκεί που ήταν έτοιμη να μιλήσει, εκεί που θα έφτανε η στιγμή που χρόνια περίμενα, έκανα κάτι που ούτε εγώ το περίμενα. Γύρισα την πλάτη κι έφυγα, έφυγα χωρίς να γυρίσω να δω την έκπληξη ή την ταραχή της ΄(ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι πώς της φάνηκε η αψυχολόγητη αυτή πράξη). Δεν την ξανάδα από τότε, τις αποφάσεις που δεν μπορούσα να πάρω χρόνια ολάκαιρα τις πήρα μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. Απλά έφυγα... Τόσο απλά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: